Μια γυναίκα που έκρυβε τον εφιάλτη που ζούσε μέχρι μια νύχτα που αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα στη ζωή της. Η κακοποίηση ήταν αρχικά λεκτική. Τότε πίστευε πως ο σύντροφός της θα αλλάξει. Τα όσα έζησε στη Ρόδο, έχουν στοιχειώσει τις σκέψεις της…

Για τον εφιάλτη που έζησε στα χέρια του συντρόφου της, μιλάει στην εφημερίδα «Δημοκρατική» μια 38χρονη γυναίκα η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρόδο, όπως εξομολογείται, για να γλιτώσει. Με αφορμή την γυναικοκτονία της Δώρας η οποία δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της, πριν από μερικές ημέρες στη Ρόδο, η 38χρονη περιγράφει πως πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τον σύντροφό της, όταν φοβήθηκε για τη ζωή της, έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό που υπέστη.

«Είπα ή τώρα θα φύγω όρθια ή την επόμενη φορά θα βγω από το σπίτι μέσα στο φέρετρο». Όπως λέει, αποφάσισε να μιλήσει για να προτρέψει γυναίκες που υφίστανται οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση, να μην ντρέπονται και να μην φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια διότι στη δική της περίπτωση αυτά ακριβώς τα συναισθήματα επέτειναν τον εφιάλτη που ζούσε.

«Ισως αν δεν φοβόμουν να τον καταγγείλω στις αρχές, να είχε γλιτώσει η επόμενη», λέει χαρακτηριστικά στη συνέντευξή της και χαρακτηρίζει ως «συνενόχους» όσους ξέρουν αλλά αδιαφορούν, συναινώντας με τον τρόπο αυτό στην κακοποίηση.

«Στη δική μου περίπτωση τα πρώτα σημάδια ελέγχου και ζήλιας εμφανίστηκαν στους πρώτους μήνες που ήμασταν μαζί αλλά δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα μπορούσαν να γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Στην αρχή η κακοποίηση ήταν λεκτική και μετά από κάθε επεισόδιο μού ζητούσε συγγνώμη. Κάθε φορά μου υποσχόταν ότι δεν θα το ξανακάνει και κάθε επόμενη φορά το ξέσπασμα ήταν χειρότερο.

Βρισιές, χυδαιολογίες και μετά συγγνώμες, κλάματα. Ο έλεγχος ήταν ασφυκτικός, πού πάω, με ποιους είμαι, γιατί άργησα να σχολάσω, πότε έφυγα από τη δουλειά, γιατί μιλάω στο τηλέφωνο, έλεγχε τα μηνύματά μου, το facebook… Επρεπε να απολογούμαι για τα πάντα, ακόμα και για να πάω να δω τη μητέρα μου που ήταν μόνη της, καθώς ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν ακόμα στο σχολείο. Αδέλφια δεν έχω. Ηταν σαν να είχε δύο πρόσωπα αυτός ο άνθρωπος. Το ένα το έκρυβε καλά, τουλάχιστον στην αρχή. Μετά δεν τον ενδιέφερε να το κρύψει.»

Στη συνέντευξή της, που δημοσιεύει η dimokratiki.gr, η κοπέλα περιγράφει την ημέρα που πήρε την απόφαση να φύγει: «Ένα απόγευμα που άργησα να επιστρέψω από τη δουλειά, θεώρησε ότι του είπα ψέματα και ότι δεν έκανα υπερωρία αλλά ήμουν κάπου αλλού. Ότι δήθεν κάποιος του έστειλε μήνυμα και του είπε ότι ήμουν με κάποιον άλλον. Του ζήτησα να δω το μήνυμα, να μάθω τον αποστολέα αλλά δεν μου το έδειξε ποτέ.

Πιθανότατα δεν υπήρξε ποτέ μήνυμα αλλά ήθελε με κάποιον τρόπο να υποστηρίξει όλα όσα κατέβασε το κεφάλι του. Θυμάμαι, ότι επέμενα να μου πει ποιός του έστειλε το μήνυμα, αντέδρασα, φώναξα και τότε με έπιασε από το λαιμό, με έριξε στο πάτωμα και άρχισε να με κλωτσάει και να με βρίζει… Εκλαιγα και τον παρακαλούσα να σταματήσει αλλά δεν έπαιρνε από λόγια, δεν άκουγε τίποτα.

Δεν έχω ξεχάσει μέχρι σήμερα ούτε τη μανία του, ούτε το ύφος του ούτε το βλέμμα του. Γυάλιζε στην κυριολεξία το μάτι του. Πραγματικά εκείνο το βράδυ, κατάλαβα τι σημαίνει η φράση «γυάλισε το μάτι του». Το είδα μπροστά μου. Εκείνο το βράδυ πίστεψα ότι θα με σκοτώσει. Δεν σταματούσε μέχρι που σταμάτησα να αντιδρώ διότι μυϊκά ήταν πιο δυνατός από εμένα και ήταν ανώφελο να προσπαθώ να αμυνθώ. Κάποια στιγμή σταμάτησα να αντιδρώ. Με έσυρε μέχρι την κρεβατοκάμαρα και με κλείδωσε μέχρι το πρωί. Ξήλωσε το καλώδιο του σταθερού τηλεφώνου και μου πήρε το κινητό για να μην μπορώ να ειδοποιήσω κανέναν. Περίμενα να ξημερώσει μέχρι να φύγει για να πάει στη δουλειά. Τον άκουγα να πηγαινοέρχεται όλο το βράδυ μέσα στο σπίτι και έτρεμα μήπως ξεκλειδώσει την πόρτα.»

Πηγή: newsit.gr

Πηγή: true.gr