Ο Λάκης Γαβαλάς θυμήθηκε τις μάχες που έχει δώσει στη ζωή του και αποκάλυψε τις ρωγμές που υπάρχουν σήμερα στις σχέσεις του με την οικογένειά του

Η ζωή του Λάκη Γαβαλά, του ανθρώπου που γνωρίζει τον χώρο της μόδας όσο λίγοι, έχει επιτυχίες, δόξα, αναγνώριση, λάμψη και ανατροπές. Ο επιχειρηματίας και σχεδιαστής μόδας επέστρεψε, με την Έλενα Κατρίτση και την εκπομπή «Προσωπικά», στον Κορυδαλλό, στη γειτονιά όπου μεγάλωσε. Εκεί θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια, το κατηχητικό που πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, τις βόλτες που έκανε στην περιοχή, το ραφτάδικο που έφτιαχνε έφηβος ακόμα τα πρώτα του ρούχα και τα λεωφορεία που έπαιρνε για να φτάσει στο Σύνταγμα.

Στη συνέχεια, μίλησε για τους γονείς του και την πειθαρχία που επέβαλε στα παιδιά ο πατέρας του, ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να μάθει στον γιο του τη δουλειά, στο μαρμαράδικο που είχε. Το πατρικό του σπίτι βρισκόταν μόλις διακόσια πενήντα μέτρα από τις φυλακές Κορυδαλλού, όπου βρέθηκε κρατούμενος πριν από μερικά χρόνια, επί 15 μήνες: «Υπήρχε μια κυρία η οποία μας έφερνε στο εκκλησάκι της φυλακής, όπου γινόταν κάθε Κυριακή ο εκκλησιασμός, εικονίτσες και τις μοίραζε. Μια Κυριακή πρωί μού δίνει μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου και εγώ άρχισα να κλαίω κοιτώντας την, γιατί ήρθαν στη θύμησή μου τα παιδικά μου χρόνια».

Ο Λάκης Γαβαλάς αναφέρθηκε στην εκτίμηση και την εμπιστοσύνη επωνύμων οίκων μόδας που είχε κερδίσει με πολλή δουλειά και κόπο, στην άνοδο και την πτώση της αυτοκρατορίας του και στις δύσκολες ημέρες που έζησε την περίοδο του εγκλεισμού του: «Αυτό που με έχει σώσει είναι το πείσμα μου να συνεχίσω και να αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι κομήτης».


Λάκης Γαβαλάς και Έλενα Κατρίτση (Copyright: EΡT1)

«Έκλαιγα επί μία ώρα στο ξενοδοχείο»

Παράλληλα, ο γνωστός επιχειρηματίας θυμήθηκε και τις μάχες που έχει δώσει στη ζωή του, τη νίκη που έχει απολαύσει πιο πολύ και την ήττα που του κόστισε περισσότερο, ενώ αποκάλυψε τις ρωγμές που υπάρχουν σήμερα στις σχέσεις του με την οικογένειά του. «Αυτό που μου έχει κοστίσει πιο πολύ είναι ότι, ενώ θεωρούσα ότι ήμασταν μια συμπαγής οικογένεια, τελικά έγιναν ρωγμές. Μιλάω στον πληθυντικό για πρώτη φορά. Δεν είναι ρωγμή είναι ρωγμές. Υπάρχουν άτομα από την οικογένεια με τα οποία μιλάω αλλά υπάρχουν ρωγμές και άτομα που δεν μιλάω. Που είναι τα ανίψια μου από τη μία μου την αδελφή. Ήταν μια μάχη να μεγαλώσω αυτά τα παιδιά, να τα κάνω εργαλεία καλά αλλά… Ποιος, εγώ που έλεγα αποκλείεται να έχουμε προβλήματα, είναι δυνατόν να μην μιλάνε τα αδέλφια ή τα ανίψια ή οι γονείς και τα παιδιά» είπε και ξέσπασε διηγούμενος μια ιστορία για να δείξει πώς η μεγάλη του αδελφή Νίκη δεν τον στήριξε.

«Πήγα μια φορά στο Λονδίνο στην Burberry, μόνος μου, χωρίς γραμματεία, ούτε με τα ανίψια που τα έχω μεγαλώσει και κάθομαι σε ένα γραφείο και έρχονται οκτώ άτομα. Μου έκαναν πάρα πολλές ερωτήσεις. Καθόμαστε τέσσερεις ώρες και επτά έκλεινε η Hermes στην Bond Street. Σηκώνομαι και λέω: “συγγνώμη εγώ πρέπει να φύγω”. Μου έκαναν συνέχεια ερωτήσεις με τα βαριά αγγλικά που δεν καταλαβαίνω, μια τρέλα. Το να το κάνεις αυτό σε μια εταιρεία με όλα αυτά τα στελέχη ήταν ένα τρελό ρίσκο. Εγώ όμως δεν μπορούσα να πιεστώ άλλο. Πήγα στο ξενοδοχείο και βάζω τα κλάματα επί μία ώρα. Έλεγα πώς γίνεται να μην με ακολουθούν σε ένα τόσο σημαντικό ραντεβού το εμπορικό τμήμα, το οικονομικό; Έπρεπε να πάνε τέσσερα άτομα από την εταιρεία, όχι να κάθονται να τρώνε και να πίνουνε και να με έχουνε εμένα μόνο μου εκεί. Φυσικά την άλλη μέρα γύρισα με το συμβόλαιο στην Αθήνα και πάλι με κλέβανε εκείνη την ώρα αυτά τα άτομα».

Και συμπληρώνει ο Λάκης Γαβαλάς: «Παρολαυτά, μου έχουν έρθει ευνοϊκά τα πράγματα. Και θα σου πω τι είναι ευνοϊκό… Ευνοϊκό είναι ότι δεν τρελάθηκα μετά τη φυλακή. Θα μπορούσα να έχω πέσει σε κατάθλιψη. Είμαι καθηγητής μιας σχολής και τα παιδιά με εμπιστεύονται, συγκινούνται μαζί μου, με τις γνώσεις που τους δίνω. Θεωρώ πως έχω κάνει στη ζωή μου περισσότερους κύκλους από αυτούς που είναι στο σύμβολο της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Θέλω να με θυμούνται ως έναν άνθρωπο που ήταν διαθέσιμος να τον χρησιμοποιήσει η χώρα του ανά πάσα στιγμή. Τη ζωή μου δεν την ξεπουλούσα με τίποτα. Έπρεπε να έχω τους στόχους μου. Συνειδητά, συνετά, πειθαρχημένα. Για μένα αυτό ήταν η μεγαλύτερη πειθαρχία».

Πηγή: true.gr