Είναι ένας από τους ηθοποιούς για τους οποίους αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να εξαφανίστηκαν ξαφνικά από τα φώτα της δημοσιότητας, χαραμίζοντας το σπουδαίο ταλέντο τους.

Τη δεκαετία του ’80 ο Διονύσης Ξάνθος θεωρήθηκε ένας από τους πιο ανερχόμενους Έλληνες ηθοποιούς, υποδυόμενος με απόλυτη επιτυχία «ακραίους» χαρακτήρες. Είτε ως ομοφυλόφιλος στη ταινία – σταθμό «Άγγελος», είτε ως ο αυτόχειρας, ασυμβίβαστος μοτοσυκλετιστής στο «Ο Γύρος του Θανάτου», είτε ως εκδιδόμενος εραστής στο «Ο ζιγκολό της Αθήνας», ο Ξάνθος κέρδισε κοινό και κριτικούς με τις πολυδιάστατες ερμηνείες του. Σήμα – κατατεθέν του το παχύ μουστάκι και η αρρενωπή εμφάνιση του, που τον είχαν αναδείξει και σε «σταρ» στο γυναικείο φύλο.

Ο «Άγγελος» του 1982, όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Μιχάλη Μανιάτη, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα και συγκεκριμένα στην ολέθρια σχέση του 19χρονου ναύτη Χρήστου Ρούσσου με τον 22χρονο επίσης ναύτη Ανέστη Παπαδόπουλο, ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που ασχολήθηκε με το θέμα της ομοφυλοφιλίας στην Ελλάδα, τους τρανς, τις «κακόφημες πιάτσες», καθώς και ολόκληρο το πλαίσιο αντιμετώπισης αυτής της πραγματικότητας από την κοινωνία της εποχής.

Ο Ξάνθος πήρε το ρόλο του εραστή του «Άγγελου» με εντελώς… ανορθόδοξο τρόπο. Όταν τελείωσε τις καλλιτεχνικές σπουδές του, έβγαλε πέντε φωτογραφίες , έγραψε από πίσω «Διονύσης Ξάνθος – Ηθοποιός» και τις άφησε σε γραφεία παραγωγής ταινιών. Είχε την τύχη να χτυπήσει την επομένη κιόλας το τηλέφωνο του. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιώργος Κατακουζηνός, που θέλησε να τον γνωρίσει. Πρώτα πείστηκε ότι στην ταινία που θέλει να κάνει θα παίζει ο Ξάνθος και εν συνεχεία βρήκε τη θεματολογία της, δηλαδή την ομοφυλοφιλική σχέση των δύο ανδρών και το τραγικό τέλος του ενός. Για τις ανάγκες του ρόλου, ο Ξάνθος αναγκάστηκε να μπει βαθιά στα άδυτα της αθηναϊκής νύχτας, όπως έχει ο ίδιος δηλώσει.

«Ξεκίνησα αμέσως τη διερεύνηση του χαρακτήρα. Πήγα στις πιάτσες, γνώρισα ανθρώπους που ήξεραν τους ήρωες από κοντά. Πήρα 10 κιλά για να μοιάσω στον Μιχάλη (Ανέστη Παπαδόπουλου). Πρωτοεμφανιζόμενος, μόλις 19 ετών τότε. Ήταν μια ταινία δίκοπο – μαχαίρι. Ή θα πήγαινε πολύ καλά και θα κερδίζαμε το σεβασμό ή θα μας χλεύαζαν. Τελικά συνέβη το πρώτο».

Μετά την εμφάνιση του στον «Άγγελο», ο Ξάνθος γνωρίστηκε με τον Νίκο Φώσκολο και πήρε το ρόλο για την ταινία «Άγρια Νιάτα», κάνοντας οντισιόν ανάμεσα σε 500 άτομα. Γι’ αυτό το φιλμ χρειάστηκε να κάνει προπονήσεις μποξ με επαγγελματίες πυγμάχους για 6-7 μήνες. Συνέβη τότε το εξαιρετικά σπάνιο να παίζονται στους κινηματογράφους παράλληλα και οι δύο (πρώτες) ταινίες στις οποίες συμμετείχε. Ακολούθησε «Ο γύρος του θανάτου» και το «Ο ζιγκολό της Αθήνας» – μέσα σε δύο χρόνια ο Ξάνθος είχε κάνει τέσσερις ταινίες ως ο πιο περιζήτητος νέος ηθοποιός της εποχής.

«Σε όλες τις ταινίες επέλεξα να ενσαρκώσω έναν αποκλίνοντα χαρακτήρα. Αλλά έτσι δεν είναι και η ζωή; Μετά από ένα ρόλο που έπαιζα δεν ήθελα να κάνω κάτι παρόμοιο. Όσα χρήματα και να μου έδιναν. Η αμοιβή δεν υπήρξε ποτέ κριτήριο για να κάνω μια ταινία. Επιθυμούσα κάθε φορά να ενσαρκώνω έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα. Υπήρξα πολύ επιλεκτικός. Έχω πει πολλά “όχι” σε σκηνοθέτες. Κάποιοι μάλιστα θίγονταν και μου έλεγαν: “Εμένα δεν μου λένε όχι”. Γι’ αυτό πέρασα και μεγάλα διαστήματα άνεργος», έχει δηλώσει ο 62χρονος σήμερα ηθοποιός.

Ο ίδιος έχει εξομολογηθεί επίσης ότι έμπλεξε με το αλκοόλ και το χασίς («είχα αγγίξει σχεδόν τα όρια του αλκοολισμού. Μόλις έκανα οικογένεια, τα άφησα όλα πίσω, ποτό, χασίς, τσιγάρο»), καθώς και ότι έκανε πέντε μήνες φυλακή για οικονομικές ατασθαλίες που άφησε πίσω της η εταιρία παραγωγής που είχε δημιουργήσει με κάποιους συμφοιτητές του από τη δραματική σχολή. Γεγονός είναι ότι ο Διονύσης Ξάνθος χάθηκε εντελώς ξαφνικά από το προσκήνιο και έκτοτε έχει κάνει λιγοστές εμφανίσεις, όπως στην ταινία «Ο Σαλονικιός» (1987) και σε δύο τηλεοπτικές σειρές, τη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου και το «Κάτω απ’ την Ακρόπολη» (2001).

Εδώ και πολλά χρόνια έχει εγκαταλείψει την Αθήνα και τα κουτσομπολιά περί της νέας ιδιότητας του έκαναν λόγο ακόμα και για αυτή του… καλόγερου. «Έχω ακούσει πολλές φορές ότι πήγα σε μοναστήρι, αλλά δεν ισχύει. Ναι, έζησα ασκητικά, αλλά μαζί με την οικογένειά μου. Απομονώθηκα σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Πελοποννήσου κι έζησα ως οικογενειάρχης, φροντίζοντας με πολλή αγάπη τα παιδιά μου, ενώ ασχολήθηκα εκεί και με την αγροτική ζωή», είχε δηλώσει το 2018. Τότε είχε επίσης προαναγγείλει την επιστροφή του στην υποκριτική, κάτι που ωστόσο δεν έχει συμβεί έως τώρα.

Ο δημοφιλής ηθοποιός των 80’s ζει ωστόσο μόνιμα πια στην Αθήνα και το come back στην υποκριτική είναι ίσως προ των πυλών.

Πηγή: true.gr